Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Πρόταση-Τίτλος-Τρίπτυχο


Άνθρωποι και Ροές/ Field Tactics
της Φωτεινής Γεωργακοπούλου
Εισαγωγή:

Το καλοκαίρι που μας πέρασε έκανε οδυνηρά προφανές το γεγονός πως η Ελλάδα βρίσκεται για δεύτερη φορά σε λιγότερο από 100 χρόνια στην ‘πρώτη γραμμή’ υποδοχής προσφυγικών πληθυσμών αλλά απουσιάζει η πολιτική βούληση και το σχέδιο για την ανθρώπινη αντιμετώπισή τους. Καθώς οι γραμμές των ευρωπαϊκών συνόρων ξανακλείνουν, το πέρασμα των ανθρώπων υπόκειται σε αυθαίρετους περιορισμούς, πάντα σε θλιβερή αναντιστοιχία με τις ελεύθερες κινήσεις κεφαλαίων.

Η κάλυψη προσωρινών αναγκών των προσφύγων γίνεται όλο και περισσότερο επιτακτική, ωστόσο το πολιτικό κλίμα (όξυνση αντιδράσεων στις χώρες προορισμού, κανονικοποίηση της κατάστασης εξαίρεσης για λόγους ‘ασφάλειας’, στρατοκρατούμενα κλειστά στρατόπεδα,  καθώς κι ένα απογοητευτικό ιστορικό προηγούμενο διαιώνισης ‘προσωρινών’ λύσεων, για  παράδειγμα στην περίπτωση του Παλαιστινιακού) μάλλον προοιωνίζει μια συγκυρία κατά την οποία θα υπάρξει σύντομα ανάγκη για προτάσεις ημιμόνιμων/μόνιμων λύσεων με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε κοινωνικό και χωροτακτικό επίπεδο.

Χωρίς να υπερτιμά την πραγματική επιρροή της η 15η Μπιενάλε θα μπορούσε να συμμετέχει σ’ αυτή τη συζήτηση με διάφορους τρόπους, ανάμεσα στους οποίους κρίσιμη θεωρώ την αποτίμηση των εφαρμοσμένων χωρο-κοινωνικών μοντέλων ενσωμάτωσης (integration) που οδήγησαν σε γκετοποίηση παλαιότερων μεταναστευτικών πληθυσμών και εντατικότερη διερεύνηση των προτάσεων αντικατάστασής τους -μοντέλα ένταξης (inclusion).

Μπροστά σ’ένα άμεσο μέλλον που με τη διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων, τους πολέμους, και τις περιβαλλοντικές/ανθρωπογενείς καταστροφές, όσο ‘επινοητικά’ και ψυχαναγκαστικά ‘αισιόδοξα’ να προσπαθήσει να το δει κάποιος, θα είναι χειρότερο, η προστασία και ένταξη των προσφύγων ίσως να είναι το μόνο ελπιδοφόρο στοίχημα.

Το Περίπτερο:

Το ελληνικό Περίπτερο, διαχρονικά κακοποιημένο και με ανύπαρκτη προίκα φυσικών υποδομών, για αρχή πρέπει να καθαριστεί εσωτερικά από τις αλλεπάλληλες και σε διαφορετικά στάδια αποσύνθεσης επανεγγραφές. Και μόνη η πραγματοποίηση μιας τέτοιας επέμβασης θα συνιστούσε σημαντική διαφοροποίηση από προηγούμενες πρακτικές ‘κουκουλώματος’, χωρίς βέβαια να εξασφαλίζει πως στο μέλλον ανάλογα φαινόμενα δεν θα επαναληφθούν στο όνομα πάντα κάποιας αμφίβολης αισθητικής.

Το κουφάρι που θα προκύψει μετά την αποκάλυψη του αρχικού κελύφους λειτουργεί ιδανικά σαν περιβάλλον προτάσεων που συνεχίζουν να υποστηρίζουν πως η ραχοκοκκαλιά της έκθεσης πρέπει να είναι το προσφυγικό λόγω κρισιμότητας.

Μένοντας κυριολεκτικά/συμβολικά ανοιχτό (*) –αφαιρούνται οι πόρτες στις δυο είσοδους, κύρια και βοηθητική- μπορεί να φιλοξενήσει μια πορεία/παρουσίαση όλων των θεματικών. Όσον αφορά το θέμα της πρόσβασης και περιήγησης στο εσωτερικό του περιπτέρου προτείνεται η χάραξη μιας πορείας διαλυτικής στο αυστηρό μέτωπο που παρουσιάζει το κτίριο, σχεδόν διαγώνιας, με ζιγκ-ζαγκ αλλά όχι απαραίτητα με εμπόδια για τον επισκέπτη. Η είσοδος αυτής της πορείας μπορεί να συνδέεται σε πραγματικό χρόνο με σημεία εισόδου/hot spots στη χώρα.

Προτείνεται οι θεματικές να παρουσιάζονται αποκλειστικά σαν ψηφιοποιημένο οπτικοακουστικό υλικό προβαλόμενο σε ένα τείχος από οθόνες που θα διαμορφώνει τις ‘όχθες’ αυτής της πορείας αλλά και την ‘κοίτη’ της (ειδικά εδώ προτείνεται η προβολή χάρτη της Ευρώπης). Μια τέτοια paperless’ έκθεση εξασφαλίζει το εύκολο και από απόσταση ανέβασμα του υλικού και κυρίως διασφαλίζει τη συνεχή ανανέωσή του καθώς θα δέχεται συνεχές feed από πολλές και διαφορετικές πηγές σε όλη τη διάρκεια της έκθεσης (ομάδα εργασίας Biennale, συμμετοχές διαγωνισμών, εργαστήρια, αρχιτεκτονικές σχολές, συλλογικότητες, κα).  Σ’ένα τέτοιο σενάριο αναγκαστικά –και αρκετά ειρωνικά- προκύπτει το πρόβλημα προστασίας του hardware εξοπλισμού (οθόνες, προτζέκτορες κλπ). Οι λύσεις που προτείνονται: μεταλλικοί κλωβοί, αυτοφερόμενοι ή/και αναρτημένοι, μεταλλικό πλέγμα, σε συνδυασμό με τη σχετική δυσκολία παρακολούθησης των παράλληλων προβολών με αρκετά ανεβασμένο τον ήχο –, μια τουλάχιστον κάμερα ασφαλείας/επιτήρησης που προβάλλει σε πραγματικό χρόνο το πέρασμα των επισκεπτών, εμφανές σύστημα συναγερμού και προβολείς, δημιουργούν ένα ολοκληρωμένο ‘περιβάλλον’.

Ο υπόλοιπος χώρος του Περιπτέρου παραμένει κενός. Ιδανικά διατίθεται για κατάληψη από πρόσφυγες/άνεργους αρχιτέκτονες που θα τον διαμορφώσουν in situ. Ο φεγγίτης της στέγης παραμένει καλυμμένος, κι όχι μόνο λόγω του οπτικοακουστικού υλικού προβολής/προβολέων αλλά και γιατί διαφορετικά στη διάρκεια της έκθεσης οι θερμοκρασίες μέσα θα ξεπερνούσαν πολύ παραπάνω απ’ όσο απαιτείται για την ‘εμπειρία’ του περιβάλλοντος τα όρια της θερμικής αντοχής. Η αρχική ιδέα προέβλεπε τη δημιουργία χώρου συζήτησης/συνελεύσεων στο εσωτερικό, γι’ αυτό τον σκοπό όμως προσφέρεται πολύ καλύτερα ο εξωτερικός υπαίθριος χώρος, σε τουλάχιστον οπτική επαφή και επιθυμητή σύνδεση με τα γειτονικά περίπτερα, αρκεί φυσικά να ληφθεί υπόψη η απαίτηση σκιασμού του.

Συμπερασματικά η οπτικοποίηση  της πρότασης προσπαθεί να κρατηθεί μακριά από σκηνογραφίες αλλά και από ατελέσφορες συνήθως απόπειρες δραματικής αναπαράστασης που αποσκοπούν σε συναισθηματικό εκβιασμό.
 
* σ’ αυτό το σημείο θεωρώ πως πρέπει να αναφερθεί πως τουλάχιστον στην προηγούμενη Biennale, απ’ όσο γνωρίζω, το Περίπτερο παρέμεινε για μεγάλο διάστημα κλειστό, και άρα μη επισκέψιμο, καθώς είχε περικοπεί το κονδύλι φύλαξής του.

 


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου